Ακόμα κι αν φύγεις

για το γύρο του κόσμου

θα ‘σαι πάντα δικός μου

θα ‘μαστε πάντα μαζί

 

Και δε θα μου λείπεις

γιατί θα ‘ναι η ψυχή μου

το τραγούδι της ερήμου

που θα σ’ ακολουθεί…

 

Ξέρω ότι δεν θέλεις δράματα…

Ξέρω ακριβώς τι θέλεις, απλά φοβάμαι πως είμαι πολύ ανέτοιμη για να το πράξω…

Θέλεις να θυμηθώ όλα τα αστεία περιστατικά, τις πλάκες μας, τις ταινίες που μας άρεσαν και βλέπαμε παρέα ξανά και ξανά, τα σχέδια που κάναμε για τη δουλειά, τα επόμενα σχέδια, τα αλλαγμένα σχέδια, τα όνειρα που περιλάμβαναν πέντε παιδιά, είκοσι εγγόνια και δέκα δισέγγονα, όλα με ρόλο στην εταιρία, θέλουν δε θέλουν!

Θέλεις να μιλήσω για την Κύθνο, τα μελίσσια σου, το τσίπουρό σου, τον αέρα της και τη θάλασσά της, τους φίλους σου τους Θερμιώτες, τους βλάμηδες που θα τους λείψεις…

Θέλεις να πω για τη μηχανή σου, τα ταξίδια που είχες κάνει κι εκείνα που σχεδίαζες, ακόμα και τώρα στα τόσο δύσκολα που σου επεφύλασσε η ζωή…

Θέλεις να πω για τα μεγάλα τραπέζια, τα στρωμένα για όλα μας τα παιδιά, που ζούσες κι ανέπνεες για να τα έχεις δίπλα σου, να τα’ αγαπάς, να τα φροντίζεις και να τα μαλώνεις για να κάνουν όλο και κάτι παραπάνω, όλο και κάτι καλύτερο…

Μα πάνω απ’ όλα, θέλεις να πω για τη μεγάλη σου αγάπη, την αντίζηλο που δε νίκησε καμία από τις δυο συζύγους σου, αυτή που μόνο με τα πέντε σου παιδιά τη συνέκρινες, γιατί ήταν το έκτο σου παιδί: την CompuTax.

Κοιμόσουν και ξυπνούσες με την έννοια της. Πώς θα καινοτομήσει, πώς θα μεγαλώσει, πώς θα ξεχωρίσει. Ποτέ δεν ήσουν ικανοποιημένος. Ποτέ δεν εφησύχαζες. Πάντα έβρισκες μια καινούργια κορυφή, απάτητη για να κατακτήσεις. Έτρεχες εσύ μπροστά κι ακολουθούσαμε οι υπόλοιποι ξέπνοοι, συχνά εξουθενωμένοι…

Μας προπόνησες όμως καλά… Το καταλάβαμε την ώρα που πήραμε πάνω μας την περισσότερη από την ευθύνη που τόσα χρόνια είχες μόνος σου και τα καταφέραμε. Είμαστε έτοιμοι και ξέρω ότι είσαι ήσυχος.

Εγώ όμως, ο δικός σου θρασύς, μικρός Ξυπόλητος, θα είμαι πάντα μισός χωρίς εσένα, το σύντροφο της ζωής μου…